Με δύο πούλμαν ξεκινήσαμε το Σάββατο 7 Μαΐου στις 6:45 π.μ. από τη Νίκαια και, αφού παραλάβαμε αρκετούς φίλους καθ΄οδόν και κυρίως από το μετρό του Αιγάλεω, κατευθυνθήκαμε μέσω Αττικής Οδού στο Λαύριο, όπου επιβιβαστήκαμε στο πλοίο για την Κέα, το μικρό στολίδι των Κυκλάδων, σε απόσταση μιας ώρας περίπου από την Αττική. Στο δρόμο μας η Μακρόνησος, νησί – μάρτυρας θλιβερών γεγονότων της σύγχρονης ιστορίας μας, η αρχαία νήσος “Ελένη”.

Φτάσαμε στο λιμάνι της  Κορησσίας  ( η αρχαία Κορησσός ) την οποία διασχίσαμε, για να ανηφορίσουμε έπειτα προς την όμορφη πρωτεύουσα του νησιού, την Ιουλίδα, με τους περισσότερους ανεμόμυλους στα Κυκλαδονήσια.

Μπαίνοντας στο λιμάνι αντικρίσαμε  τον πρώτο φάρο που άναψε στις Κυκλάδες, το  Φάρο του Αγ. Νικολάου, που στέκει εκεί αγέρωχος από το 1831, και το στενό του Λάμπρου Κατσώνη, το “στενό της Κόκκας”, τη στενή λουρίδα γης όπου ο μαχητικός αγωνιστής στα 1789-90 έσυρε με τη βοήθεια των κατοίκων της Τζιας τα πλοία του μετά την ήττα του από το Μουσταφά πασά. Μπήκαμε στα πούλμαν αφήνοντας πίσω μας τα πρώτα νεοκλασικά σπίτια του λιμανιού και το ναό της Αγ. Τριάδας.

Περάσαμε δίπλα από το αλλόκοτο πλέον ερείπιο του εργοστασίου σμαλτωμένων σκευών Εμαγιέ με την καμινάδα του να στέκεται ακόμα σχεδόν περήφανη, μια και το κτήριο “ορφάνεψε”  μόλις το 1957, και σε λίγο βλέπαμε ψηλά τη γραφική Ιουλίδα να απλώνεται νωχελικά στους δυο λόφους της, τον ένα με τα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης και το Μεσαιωνικό κάστρο της Τζιας - όπως την είπαν οι κατακτητές της Φράγκοι από το 13ο αι. - και τον άλλο τον πιο μεγάλο και πυκνοκατοικημένο.

Στην αμφιθεατρικά χτισμένη πρωτεύουσα με τις χαρακτηριστικές κόκκινες στέγες στα σπίτια, τα πλακόστρωτα δρομάκια, τα σκαλάκια και τα περίφημα “ στεγάδια” της παραμείναμε μιάμιση ώρα.

Κάποιοι πεζοπόρησαν  ως το “Λιόντα”, το πέτρινο λιοντάρι –σύμβολο της Κέας, που απόδιωξε τις Νύμφες, όταν κάποτε είχαν αρχίσει να σκοτώνουν τις γυναίκες του νησιού. Και, λέει η παράδοση, ότι το λιοντάρι λαξεύτηκε στο φυσικό βράχο, ώστε να τις φοβίζει και να προστατεύει στο εξής  τους Κείους. Μέχρι σήμερα το 6άμετρο τέρας προκαλεί το δέος στους επισκέπτες.

Όσοι ήθελαν  επισκέφτηκαν το Αρχαιολογικό Μουσείο με τις περίφημες πήλινες κόρες από τον προϊστορικό οικισμό της Αγ. Ειρήνης, τα σπαράγματα από τα αετώματα του ναού της Αθηνάς Καρθαίας, καθώς και άλλα σημαντικά εκθέματα της εποχής του χαλκού, κυρίως από τη νεολιθική Κεφάλα, όπως ειδώλια, αγγεία, εργαλεία, κοσμήματα κ.ά.

Κάποιοι πρόλαβαν να πιουν κι ένα καφεδάκι, να φάνε κι ένα γλυκάκι  ή να αγοράσουν  κανένα ενθύμιο από τα λίγα χαριτωμένα μαγαζάκια που κοσμούσαν τον κεντρικό δρόμο ή κάποια στενάκια της Χώρας.

Σωστό στολίδι της “Πιάτσας” του χωριού το νεοκλασικό κτήριο του Δημαρχείου, έργο, όπως λέγεται, του Ερνέστου Τσίλερ, όπως και το παλιό Δημοτικό Σχολείο, που βρίσκεται  στο λόφο πάνω από το χώρο στάθμευσης στην είσοδο της Ιουλίδας.

Ξαναπεράσαμε κάτω από το πρώτο “στεγάδι” – ένα από τα πολλά που προσφέρουν τη σκιά τους και την προστασία τους απλόχερα στον επισκέπτη - με τα σχέδια του Αλέκου Φασιανού και βγαίνοντας έξω από το χωριό κατηφορίσαμε προς το χώρο στάθμευσης, όπου μπήκαμε ξανά στα πούλμαν.

Ακολουθώντας το δρόμο προς το κεντρικό και νότιο τμήμα του νησιού,  το γεμάτο με βελανιδιές, τους καρπούς των οποίων, χρήσιμους για το χρωματισμό των δερμάτων, κάποτε εξήγαν οι κάτοικοι της Τζιας, φτάσαμε στα Ελληνικά  , όπου κατέβηκαν γύρω στους 20 πεζοπόρους, οι οποίοι παίρνοντας το μονοπάτι 3 από τον Άγ. Συμεών θα έφταναν στην αρχαία Καρθαία.

Οι υπόλοιποι συνέχισαν ως το χωριό Σταυρουδάκη, απ΄όπου πήραν το μονοπάτι 6 για τον όρμο της Καρθαίας κι αυτοί.

 

Οι “ τουρίστες ” μας έφυγαν με τα 2 πούλμαν για τον Πύργο Αγίας Μαρίνας  και στη συνέχεια για τις Ποίσσες  για μπάνιο και φαγητό.

 

Και οι δύο ομάδες πεζοπόρων βρέθηκαν την ίδια περίπου ώρα στην Καρθαία, όπου επισκέφτηκαν το βράχο με τον ”Κουλά”, τους 2 δωρικούς ναούς του Απόλλωνα και της Αθηνάς, το κτήριο D, τις δεξαμενές υδροδότησης της αρχαίας πόλης, τα πολυγωνικά τείχη της, τα βάθρα των αναθημάτων.

Στους πρόποδες του λόφου σώζεται αρκετά καλά το ελληνιστικό θέατρο της πόλης καθώς και τα ρωμαϊκά λουτρά. Βλέπετε, κάποτε κυλούσαν πολλά νερά μέχρι κάτω  στο διπλό όρμο της Καρθαίας.

Κάναμε και το μπάνιο μας στην ολοκάθαρη θάλασσα με τον αρχαίο λιμενοβραχίονα να φαίνεται ακόμα κάτω στο βυθό και πήραμε όλοι μαζί το ανηφορικό και δύσκολο, λόγω της ζέστης και της μεσημεριανής ώρας, μονοπάτι 6.

Η ρεματιά στην αρχή του γεμάτη λυγαριές, μαρτυρούσε ότι ακόμα και τώρα κατεβαίνει το χειμώνα το νερό του ποταμού και συναντιέται με τη θάλασσα.

Όμορφο και σκιερό σε μεγάλο μέρος του το αρχαίο μονοπάτι μοσχομύριζε από το φασκόμηλο! Πολλές οι αμυγδαλιές στη γύρω περιοχή  που  πρόσφεραν λίγους από τους καρπούς στους κουρασμένους – από την ανηφοριά – πεζοπόρους.

 

Το πούλμαν έφερε όλους τους πεζοπόρους στις Ποίσσες  για φαγητό, ενώ καποιο υπόλοιποι έφυγαν για τον πιο θορυβώδη και τουριστικό Κούνδουρο, μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα, για έναν καφέ, ένα γλυκό, ένα δροσιστικό παγωτό.

Μετά το φαγητό αφού παραλάβαμε και τους επισκέπτες του κοσμοπολίτικου Κούνδουρου και ανηφορίσαμε περνώντας πρώτα από τις Ποίσσες (αρχαία πόλη Ποιήεσσα), μικρή και ήσυχη παραλία, και από την Αγ.Μαρίνα λίγο πιο πάνω. Στο βάθος της ρεματιάς, όπου βρίσκεται η εκκλησία είδαμε, από μακριά όμως, περιτριγυρισμένο από σκαλωσιές, γιατί κινδυνεύει να “σωριαστεί”,  τον ομώνυμο ελληνιστικό Πύργο, που ιδρύθηκε εδώ το 400 π.Χ. για λόγους αμυντικούς. Είναι ένα από τα ψηλότερα σωζόμενα μνημεία στην Ελλάδα. Κάποτε διέθετε και 5 ορόφους και έφτανε και τα 20 μέτρα. Ξαναπεράσαμε έξω από τη χαριτωμένη πρωτεύουσα, την αποχαιρετίσαμε και φτάσαμε στο λιμάνι λίγο πριν την αναχώρηση του πλοίου στις 18.30.

Το ταξίδι μας σύντομο και όμορφο, με τα χρώματα του νησιού  να γεμίζουν τα μάτια και την ψυχή μας, που ευχαριστήθηκαν αυτή την “ολιγόωρη” εκδρομή σε ένα όχι και τόσο συχνά προτιμώμενο από τον πολύ κόσμο νησάκι.

Κατά τις 9:30 βρισκόμαστε πίσω στη Νίκαια έχοντας περάσει μια υπέροχη μέρα στο  συμπαθέστατο αυτό κυκλαδίτικο νησί, όπου βρίσκεται και η Παναγιά η Καστριανή, που προγραμματίζουμε να επισκεφτούμε μελλοντικά.